Στις 25 Γενάρη του 2012, η πρώτη επέτειος της αιγυπτιακής επανάστασης μετατράπηκε στη μεγαλύτερη διαδήλωση που έχει ζήσει η πλατεία Ταχρίρ, μεγαλύτερη και από κάθε διαδήλωση των ιστορικών ημερών του Φλεβάρη του 2011. Ο "δεύτερος γύρος" έχει ξεκινήσει. Αυτή η ανακοίνωση των Επαναστατών Σοσιαλιστών, γραμμένη την παραμονή της μεγάλης διαδήλωσης, περιγράφει ποια είναι η κατάσταση στην Αίγυπτο ένα χρόνο μετά και ποιες προοπτικές ανοίγονται το επόμενο διάστημα.

Σε άρθρο γραμμένο πριν τις πρόσφατες κοινοβουλευτικές εκλογές, ισχυριστήκαμε πως υπάρχουν τρεις δυνάμεις που ανταγωνίζονται για να καθορίσουν το μέλλον της αιγυπτιακής επανάστασης.

 

Η πρώτη είναι η αντεπανάσταση που θέλει να διατηρήσει το παλιό καθεστώς, με όλες του τις εξουσίες, εκτός από λίγες επιφανειακές αλλαγές. Το κυβερνών στρατιωτικό συμβούλιο εκπροσωπεί την αντεπανάσταση, όπως και τα κατάλοιπα του παλιού καθεστώτος μέσα στους κρατικούς θεσμούς. Πίσω από αυτούς βρίσκονται οι μεγάλες επιχειρήσεις (οι 1.000 πλουσιότερες οικογένειες της Αιγύπτου), η αμερικανική κυβέρνηση, η σιωνιστική οντότητα και το σαουδικό καθεστώς.

 

Η δεύτερη δύναμη αποτελείται από ρεφορμιστικά πολιτικά κόμματα και κινήματα που εναντιώθηκαν στο καθεστώς Μουμπάρακ και έχουν τη βάση τους κυρίως στη μεσαία τάξη. Επικεφαλής αυτών των δυνάμεων είναι η Μουσουλμανική Αδελφότητα και το κόμμα της, το Κόμμα Ελευθερίας και Δικαιοσύνης. Έχουν συμφέρον να μοιραστούν την εξουσία και τον πλούτο με το παλιό καθεστώς χωρίς να κάνουν θεμελιώδεις και ριζοσπαστικές αλλαγές στις κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές του, χωρίς να διαταράξουν τα συμφέροντα και τους διεθνείς δεσμούς του.

 

Τέλος, έχουμε τις δυνάμεις που υποστηρίζουν το βάθεμα και τη ριζοσπαστικοποίηση της επανάστασης τόσο στο επίπεδο της πολιτικής δημοκρατίας όσο και στο κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο. Αυτές οι δυνάμεις θέλουν την πλήρη εξάλειψη του παλιού καθεστώτος, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται το στρατιωτικό συμβούλιο, την πλήρη εκκαθάριση των κρατικών θεσμών και την αναδιανομή του πλούτου και της εξουσίας στην Αίγυπτο προς την μεγάλη πλειοψηφία των Αιγυπτίων: τους εργάτες, τους αγρότες και τους φτωχούς.

 

Ποιος είναι ο συσχετισμός δύναμης ανάμεσα σε αυτές τις τρεις δυνάμεις, μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές, καθώς μπαίνουμε στο δεύτερο χρόνο της Αιγυπτιακής επανάστασης;

 

Πρώτον, όπως περιμέναμε, το ρεφορμιστικό ισλαμιστικό κίνημα, με επικεφαλής τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, πέτυχε μια σαρωτική νίκη στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Μια μεγάλη μερίδα των αιγυπτιακών μαζών συμμετείχε στις εκλογές επειδή η επανάσταση τους έδωσε την πεποίθηση ότι για πρώτη φορά στη ζωή τους, η ψήφος τους θα μετρούσε και δεν θα χαλκευόταν. Μαζί πάνε και οι ψευδαισθήσεις για την κοινοβουλευτική δημοκρατία και την ικανότητά της να ικανοποιήσει τα αιτήματα της επανάστασης για κοινωνική δικαιοσύνη, ελευθερία και αξιοπρέπεια.

 

Δεύτερον, η σημερινή σχέση ανάμεσα στους μεταρρυθμιστές ισλαμιστές και την αντεπανάσταση είναι εύθραστα τοποθετημένη ανάμεσα στην επιθυμία των Αδελφών Μουσουλμάνων να χρησιμοποιήσουν την κοινοβουλευτική τους επιτυχία για να ασκήσουν πραγματική εξουσία, θίγοντας τα προστατευμένα συμφέροντα του παλιού καθεστώτος, και την επιθυμία τους να διατηρήσουν τη σταθερότητα μέσα από συμφωνίες με το στρατιωτικό συμβούλιο και τα κατάλοιπα του παλιού καθεστώτος.  

 

Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: πρώτος είναι ο φόβος της Αδελφότητας για ένα πραξικόπημα του στρατιωτικού συμβουλίου που μπορεί να ακυρώσει τα εκλογικά αποτελέσματα (επαναλαμβάνοντας την εμπειρία της Αλγερίας) ή για ένα ολοκληρωτικό στρατιωτικό πραξικόπημα για την αποκατάσταση του παλιού καθεστώτος. Ο δεύτερος είναι ο φόβος πως πλατιές μερίδες των μαζών έχουν σπάσει τα δεσμά του μεταρρυθμισμού και απειλούν με νέους επαναστατικούς ξεσηκωμούς που μπορεί να αναταράξουν την ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στην Μουσουλμανική Αδελφότητα και το στρατιωτικό συμβούλιο, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται και για τις δυο μεριές.

 

Είναι αξιοσημείωτο σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή ότι η Αδελφότητα είναι πρόθυμη να προσφέρει μεγάλες παραχωρήσεις και εγγυήσεις στο στρατιωτικό συμβούλιο προκειμένου να προστατέψει την κοινοβουλευτική της δύναμη, ακόμα και αν αυτή παραμένει μόνο τυπική. Έτσι, η Αδελφότητα αποδέχτηκε την διατήρηση της κυβέρνησης Γκανζουρί και έχει εγγυηθεί αμνηστία για τους κορυφαίους αξιωματικούς του στρατού που ευθύνονται για τις σφαγές των τελευταίων μηνών.

 

Στην πραγματικότητα, οι εγγυήσεις που προσφέρει η ηγεσία της Αδελφότητας και του νικηφόρου της εκλογικού κόμματος δεν περιορίζονται στο στρατιωτικό συμβούλιο, αλλά περιλαμβάνουν υποσχέσεις στην τάξη των μεγάλων επιχειρηματιών ότι θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις και θα συνεχίσει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές του παλιού καθεστώτος, καθώς και εγγυήσεις στη σιωνιστική οντότητα και την αμερικανική κυβέρνηση ότι θα τιμήσει τη Συμφωνία του Κάμπ Ντέιβιντ και θα συνεχίσει την στρατηγική συμμαχία με τις ΗΠΑ. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι συμφώνησαν ακόμα και σε διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ με τους ίδιους εξευτελιστικούς όρους που είχε δεχτεί το παλιό καθεστώς.

 

Ίσως η εικόνα που συνοψίζει καλύτερα αυτήν τη σχέση είναι η φωτογραφία του αντιστράτηγου Σαμί Ανάν -βαμμένα τα χέρια του με το αίμα εκατοντάδων μαρτύρων και χιλιάδων τραυματιών- σε μια ιστορική αγκαλιά με τον Μουχάμαντ Μουρσί και σον Σαάντ Αλ Καχτανί της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, που δείχνει ότι ο φόβος των δύο δυνάμεων απέναντι στην τρίτη δύναμη (τις μάζες που θέλουν να βαθύνουν την επανάσταση πολιτικά και κοινωνικά) είναι πολύ μεγαλύτερος από τις διαφορές τους για το πώς θα μοιράσουν τα πολιτικά οφέλη μεταξύ τους.

Αλλά γιατί φοβούνται τόσο; Δεν είναι ο καιρός να γιορτάσουν το γάμο της δημοκρατίας με την ομαλή μεταφορά εξουσίας, όπως έγινε στην Τυνησία; Εδώ πρέπει να πούμε ότι η Αίγυπτος δεν είναι Τυνησία. Αυτό για μια σειρά λόγους, και κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης. Καμιά από τις διαδοχικές κυβερνήσεις που βρέθηκαν στην εξουσία μετά την πτώση του Μουμπάρακ δεν μπόρεσε να παραχωρήσει  τίποτα το χειροπιαστό στις μάζες. Αντίθετα, η κατάσταση χειροτερεύει μέρα με τη μέρα. 

 

Τα συναλλαγματικά αποθέματα εξαντλούνται ταχύτατα –από τα 36 δισ. δολάρια σε 15 δισ. στη διάρκεια του πρώτου χρόνου της επανάστασης. Ο πληθωρισμός αυξάνεται μπροστά στην έλλειψη κάθε μηχανισμού ελέγχου των αυξανόμενων τιμών. Η ανεργία μεγαλώνει συνεχώς, και καμιά από τις διαδοχικές κυβερνήσεις δεν έχει προτείνει την αύξηση των δαπανών για στέγαση, παιδεία, υγεία ή προγράμματα απασχόλησης των νέων. Ούτε έχουν εφαρμόσει μια πραγματική αύξηση μισθών ή οποιαδήποτε βελτίωση στις δημόσιες υπηρεσίες για την πλειοψηφία των αιγυπτιακών μαζών.  

 

Όλα αυτά συμβαίνουν στο πλαίσιο της σκληρής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, που έχει μειώσει τα έσοδα του αιγυπτιακού καπιταλισμού από πηγές όπως ο τουρισμός, το Κανάλι του Σουέζ και οι ξένες επενδύσεις. Ως αποτέλεσμα της συνεπούς δέσμευσής τους στο νεοφιλελευθερισμό, οι ερχόμενες κυβερνήσεις ισλαμιστών και στρατιωτικών θα είναι κυβερνήσεις λιτότητας που δεν θα προσφέρουν τίποτα άλλο παρά περισσότερη φτώχεια, περικοπές θέσεων εργασίας, ανεργία και την εξαφάνιση των δημόσιων υπηρεσιών για τη μεγάλη μάζα του αιγυπτιακού πληθυσμού.

 

Ίσως να είναι ακόμα πιο σκληρές και από αυτές του παλιού καθεστώτος. Αυτό σημαίνει πως ο μήνας του μέλιτος ανάμεσα στα μεταρρυθμιστικά ισλαμιστικά κόμματα και τις μάζες που τα ψήφισαν με την ελπίδα να υπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα και να βελτιώσουν το επίπεδο διαβίωσης θα είναι σύντομος. Θα εκθέσει γρήγορα την ανικανότητα του κοινοβουλίου γενικά και της Αδελφότητας ειδικά να λύσουν τα προβλήματα των μαζών και να προσφέρουν μια πραγματική εναλλακτική στο παλιό καθεστώς και τη βία του.

 

Έχουμε ένα εκλεγμένο κοινοβούλιο που έχει απογυμνωθεί από όλες του τις εξουσίες και έχει αφεθεί αβοήθητο. Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στη βουλή είναι σε συμμαχία με το στρατιωτικό συμβούλιο και τα κατάλοιπα του καθεστώτος. Και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, υιοθετούν τις ίδιες πολιτικές και οικονομικές πολιτικές με το παλιό καθεστώς.

 

Το νέο κοινοβούλιο και το στρατιωτικό συμβούλιο θα παράξουν μόνο καπιταλιστικές κυβερνήσεις λιτότητας, εχθρικές στους εργάτες, τους αγρότες και τους φτωχούς. Όπως οι προκάτοχοί τους, θα προστατέψουν τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων και των ξένων εταιρειών, και πάνω απ’ όλα, θα παραμείνουν πιστοί υπηρέτες στους αφέντες του παλιού καθεστώτος στην Ουάσινγκτον, το Τελ Αβίβ και το Ριάντ.

 

Η επόμενη φάση της Αιγυπτιακής επανάστασης, που θα ξεκινήσει στις 25 Γενάρη του 2012, δεν θα σηματοδοτήσει μόνο την αρχή της ήττας της αντεπανάστασης και των βίαιων προσπαθειών της να αναστήσει το παρελθόν που ο Αιγυπτιακός λαός ποδοπάτησε, αλλά και την αρχή μιας μάχης ενάντια στις μεταρρυθμιστικές δυνάμεις και τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες. 

 

Θα είναι μια μάχη να συνδεθεί το βάθεμα της δημοκρατικής επανάστασης (ξεπερνώντας ένα επίσημο κοινοβουλευτικό καθεστώς με περιορισμένες εξουσίες) με τον στόχο της αναδιανομής του πλούτου (μέσα από την ανατροπή του οικονομικού μονοπωλιού του στρατού και των 1.000 πλουσιότερων οικογενειών της Αιγύπτου) και το χτίσιμο ενός νέου καθεστώτος που θα εκπροσωπεί και θα υπηρετεί τα συμφέροντα των εργατών και των αγροτών της Αιγύπτου.

 

Αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι οι επαναστατικές δυνάμεις έχουν την πολυτέλεια να αγνοήσουν ή να μην πάρουν σαφή θέση σε ζητήματα όπως η μεταφορά της εξουσίας από τα χέρια των στρατιωτικών σε πολιτικούς. Όμως το ζήτημα παραμένει –σε ποιον μεταφέρεται η εξουσία, ακόμα και αν πρόκειται μόνο για μια μεταβατική περίοδο; Σε ένα πολιτικό προεδρικό συμβούλιο όπως προτείνουν κάποιοι; Ή προς το νεοεκλεγμένο κοινοβούλιο όπως προτείνουν άλλοι;

 

Στην πραγματικότητα, και οι δύο αυτές προοπτικές είναι φορμαλιστικές και κοντόφθαλμες. Η ιδέα ενός προεδρικού συμβουλίου δεν έχει κανένα στοιχείο δημοκρατίας. Ποιος θα διαλέξει τα μέλη του και μέσα από τι μηχανισμό; Όσο για τη δεύτερη πρόταση –τη μεταφορά της εξουσίας στο εκλεγμένο κοινοβούλιο- αυτή εμφανίζεται πιο δημοκρατική, αλλά χάνει το πραγματικό της νόημα υπό το φως της σύνθεσης της παρούσας βουλής και της φύσης και των συμφερόντων των δυνάμεων που κυριαρχούν σε αυτήν. 

 

Σε αυτήν την επικίνδυνη στιγμή, θα εστιάσουμε στα αιτήματα που υπηρετούν τα συμφέροντα της αιγυπτιακής επανάστασης. Αυτά δεν θα επιτευχθούν με άσκοπα συνθήματα για μια κάλπικη μεταφορά εξουσιών, αλλά μέσα από ένα νέο κύμα μαζικών κινητοποιήσεων. Αυτά τα αιτήματα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

 

-Πρώτον, η παραίτηση της κυβέρνησης Γκανζουρί, καθώς είναι μια κυβέρνηση της παλιάς συμμορίας του Μουμπάρακ.

-Δεύτερον, την δίκη του στρατιωτικού συμβουλίου με πρώτο τον αρχιστράτηγο Τανταουΐ, με την κατηγορία για δολοφονίες, τραυματισμούς και προσβολές ενάντια σε χιλιάδες επαναστάτες στις πλατείες της Αιγύπτου, καθώς δεν μπορούμε να μιλάμε για δημοκρατία χωρίς να βάλουμε το στρατιωτικό συμβούλιο στο εδώλιο.

-Τρίτον, την πλήρη εκκαθάριση των υπολοιμμάτων του παλιού καθεστώτος και του δικτύου συμφερόντων που εκπροσωπούν, από τους θεσμούς του αιγυπτιακού κράτους, ξεκινώντας από το στρατό. 

 

Αυτά τα αιτήματα είναι ένα αδιαχώριστο τμήμα της προσπάθειας να εκτεθούν οι ρεφορμιστές στα μάτια των μαζών που τους ψήφισαν στις εκλογές. Επίσης αποτελούν τη «γέφυρα» προς το νέο κύμα της αιγυπτιακής επανάστασης κάτω από το σύνθημα: «Όλη η εξουσία και ο πλούτος στο λαό».

 

Το καθήκον των επαναστατών σε αυτό το νέο κύμα θα είναι να συνδέσουν τις εξεγέρσεις και τις καταλήψεις των πλατειών με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις των εργατών και των φτωχών.

 

Θα είναι να συνδέσουν αυτούς που θέλουν να ολοκληρώσουν τη δημοκρατική επανάσταση και να την οδηγήσουν πέρα από μια περιορισμένη και ανίκανη κοινοβουλευτική δημοκρατία σε μορφές άμεσης, μαζικής δημοκρατίας στις λαϊκές, εργατικές και αγροτικές επιτροπές, με αυτούς που θέλουν να κερδίσουν τα αιτήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης με απεργίες και καταλήψεις που διεκδικούν τον πλούτο της Αιγύπτου από τα χέρια των 1.000 πλουσιότερων οικογενειών και του στρατιωτικού κατεστημένου για να τον μοιράσουν προς όφελος των εργατών, των αγροτών και των φτωχών.