Το σχέδιο για μια αριστερή-μεταρρυθμιστική «δημοκρατική παράταξη» και για φιλολαϊκή διαχείριση της κρίσης του καπιταλισμού είναι και ουτοπικό και επικίνδυνο.

Το αποτέλεσμα των εκλογών αποτελεί πραγματικό νυστέρι για το πολιτικό σύστημα. Η κατάρρευση των μνημονιακών κομμάτων και η θεαματική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί προς στιγμήν πλήρες αδιέξοδο για το «μνημονιακό μπλοκ». Ο δικομματισμός, αλλά και οι σύμμαχοί τους της τρόικας αιφνιδιάστηκαν από την έκταση της ανατροπής των εκλογικών-πολιτικών συσχετισμών. Στον ελληνικό «αδύναμο κρίκο» το αδιέξοδο του μνημονίου συμπληρώνεται πλέον από μια οξεία πολιτική κρίση διαχείρισής του.
Το αδιέξοδο αυτό οδηγεί πιθανότατα σε νέες εκλογές. Στο πλαίσιο αυτό έχουν ήδη αρχίσει οι διεργασίες στην κεντροδεξιά: είτε για αλλαγή ηγεσίας στη ΝΔ, ώστε να επανασυσπειρωθεί ένα μεγάλο μέρος από το διεσπαρμένο πολιτικό της δυναμικό, είτε για συνένωση μικρότερων θραυσμάτων (κομματίδια Ντόρας, Μάνου, Τζημέρη) για τη δημιουργία ενός τρίτου «παίκτη» δίπλα σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.

Αντίθετα, στο χώρο της κεντροαριστεράς επικρατούν οι τάσεις αποσυσπείρωσης: το ΠΑΣΟΚ είναι στα πρόθυρα του ιστορικού του πολιτικού θανάτου και δύσκολα μπορεί να επωμιστεί μια νέα σκληρή μνημονιακή «αποστολή», η ΔΗΜΑΡ δυσκολεύεται να συνδεθεί με τη «μοίρα» του ΠΑΣΟΚ, οι Οικολόγοι Πράσινοι κινδυνεύουν με διάλυση.    

Ωστόσο, όλες αυτές οι σχεδιαζόμενες ανασυνθέσεις ή… αποσυνθέσεις, ενόψει των νέων εκλογών, έχουν το παράδοξο αποτέλεσμα ότι επιβάλλουν μια κάποια αποστασιοποίηση από το μνημόνιο –ρητορική έστω, αλλά υπαρξιακού χαρακτήρα.

«Χαλίφης στη θέση του χαλίφη»;
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει λοιπόν να διαχειριστεί μόνο ένα ποσοστό, αλλά μια συνθήκη πλατιάς πολιτικής ηγεμονίας των αντιμνημονιακών διαθέσεων του κόσμου, που προς στιγμήν έχουν βραχυκυκλώσει για τα καλά τον πολιτικό μηχανισμό άσκησης των μνημονιακών πολιτικών. Αυτό εκφράζεται με ένα μεγάλο λαϊκό ρεύμα που στρέφεται προνομιακά στον ΣΥΡΙΖΑ, μεγάλο μέρος του οποίου προέρχεται από το χώρο του ΠΑΣΟΚ. Αυτό, σε συνδυασμό με την ιστορική συντριβή του ΠΑΣΟΚ, που πιθανότατα θα επιβεβαιωθεί στις επερχόμενες εκλογές με ακόμη χειρότερους όρους, καλλιεργεί σε τμήμα της ηγεσίας του ΣΥΝ διαθέσεις αναβίωσης ενός παλιού σχεδίου στην Αριστερά: του σχεδίου υποκατάστασης της σοσιαλδημοκρατίας.

 

Η θέση μιας αριστερής-σοσιαλδημοκρατικής μεταρρυθμιστικής δύναμης χηρεύει, άρα ας την καταλάβουμε εμείς! Την προηγούμενη φορά, τη διετία 1989-1991, επιχειρήθηκε κάτι ανάλογο με τη φιλοδοξία ότι το Ειδικό Δικαστήριο για τον Αντρέα Παπανδρέου, τα σκάνδαλα και η συγκυβέρνηση με τη Δεξιά στην κυβέρνηση της «κάθαρσης» θα «τελείωναν» το ΠΑΣΟΚ, η Αριστερά θα διαμοίραζε το ιμάτιά του, το ΚΚΕ θα μετασχηματιζόταν σε σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (σύμφωνα και με τις επιθυμίες του καταρρέοντος «υπαρκτού») και έτσι η Αριστερά θα γινόταν μαζική σοσιαλδημοκρατία στη θέση του ΠΑΣΟΚ. Το γεγονός ότι όλοι ξέρουμε τη συνέχεια εκείνου του σχεδίου δυστυχώς δεν μας προφυλάσσει από την επιχείρηση επανάληψής του –με τη μορφή αυτή τη φορά ιλαροτραγωδίας.

Φυσικά δεν πρόκειται απλώς για οργανωτική έμπνευση ή τακτικής σημασίας σχεδιασμό. Συνδυάζεται και προϋποθέτει τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση της στρατηγικής και της φυσιογνωμίας, δηλαδή ανάλογες προσαρμογές στην αντίληψη για έξοδο από την κρίση (όχι σοσιαλιστικό σχέδιο, αλλά αριστερή-κεϊνσιανή διαχείριση), στο πολιτικό σχέδιο για κυβέρνηση της Αριστεράς (όχι βήμα και «κοινοβουλευτική αφετηρία» στη διαδρομή του αγώνα για την εξουσία, αλλά «στάδιο» αριστερής-φιλολαϊκής διακυβέρνησης και παραγωγικής ανασυγκρότησης του ελληνικού καπιταλισμού), στο πρόγραμμα (όπου οι προσαρμογές και διολισθήσεις σε πιο ρεαλιστικές θέσεις σε κορυφαία ζητήματα όπως οι τράπεζες, το χρέος κ.λπ. είναι συστηματικές), τις συμμαχίες (όπου είναι φανερή η έμφαση στις εκ δεξιών συμμαχίες με το βολικό πρόσχημα ότι το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν θέλουν και ταυτόχρονα γίνεται κεντρικός άξονας συμμαχιών το «πατριωτικό» και όχι το ταξικό στοιχείο), την αντίληψη για το πολιτικό υποκείμενο (όπου από το χτίζουμε τη μαζική Ριζοσπαστική Αριστερά περάσαμε στο χτίζουμε τη μεγάλη λαϊκή-δημοκρατική παράταξη της Αριστεράς, αν όχι τη νέα Δημοκρατική Παράταξη).    

Είναι φανερό ότι τμήμα της ηγεσίας του ΣΥΝ ελκύεται από τέτοιες ιδέες. Το άλλοθι είναι ότι όλα αυτά αποτελούν τακτική που αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση της δυναμικής –έως χθες εκλογικής. Και ότι επίσης, το ριζοσπαστικό περιεχόμενο εξασφαλίζεται από την κορυφαία προγραμματική θέση περί ακύρωσης του μνημονίου και καταγγελίας της δανειακής σύμβασης. Πράγματι, αυτός ο στόχος παραμένει μέχρι στιγμής ανθεκτικός και «εξασφαλίζει» τη ρήξη με το σύστημα. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί και το άλλοθι όχι μόνο για όλες τις άλλες διολισθήσεις προς ένα σοσιαλδημοκρατικό σχέδιο (που στο τέλος απειλούν να «περικυκλώσουν» και να ανατρέψουν και αυτό το στόχο), αλλά και για την πλήρη υποτίμηση της προετοιμασίας για τη ρήξη με το σύστημα που συνεπάγεται η ανατροπή (και όχι τροποποίηση) του μνημονίου.

Στις επόμενες εκλογές μπορεί η Αριστερά να βρεθεί στη θέση να σχηματίσει κυβέρνηση και να είναι σε θέση να ακυρώσει το μνημόνιο (δεν είναι φυσικά δεδομένο, αλλά δεν είναι πλέον και επιστημονική φαντασία). Η επόμενη μέρα μιας τέτοιας πράξης θα είναι μια οξύτατη και γενικευμένη σύγκρουση με το σύστημα. Αν δεν προετοιμαζόμαστε γι’ αυτό, αλλά για ένα «κοινοβουλευτικό περίπατο», τότε θα προκαλέσουμε μια σύγκρουση στην οποία πάμε να ηττηθούμε κατά κράτος, σε μια ιστορική ήττα που θα μας πάει πολλά χρόνια πίσω! Γι’ αυτό, σε αντίθεση με το σχέδιο υποκατάστασης της σοσιαλδημοκρατίας, «ψηφίζουμε» μαζική Ριζοσπαστική Αριστερά που προετοιμάζεται και προετοιμάζει τον κόσμο για μια νικηφόρα – μετωπική αναμέτρηση με το σύστημα.